Τα Παράδοξα των καιρών

Ιστότοπος Εναλλακτικής Ενημέρωσης

Σάιγκο Τακαμόρι, η ιστορία του τελευταίου σαμουράι

Τελευταίος σαμουράι

Η αντίσταση των Ιαπώνων στη βίαιη εκδυτικοποίηση και εκχριστιανισμό της κοινωνίας είχε ήδη ξεκινήσει εδώ και τρεις αιώνες πριν από τη γέννηση του ανθρώπου που θα απογείωνε τον ευγενή αγώνα ενός έθνους να κρατήσει τα ήθη και τις παραδόσεις του απέναντι στην ομογενοποιητική δύναμη της δυτικής επιρροής.

Ο Σάιγκο Τακαμόρι, (23 Ιανουαρίου 1828 – 24 Σεπτεμβρίου 1877), ο τελευταίος σαμουράι, όπως αποκλήθηκε, υπήρξε σημαντική φυσιογνωμία της ιαπωνικής ιστορίας. Βοήθησε στην παλινόρθωση του αυτοκράτορα στην περίοδο Μεϊτζί και κατόπιν κυνηγήθηκε από τους αυτοκρατορικούς συμβούλους.

Mε τον όρο παλινόρθωση Μεϊτζί (Μeiji Ishin) οι ιστορικοί περιγράφουν συνήθως μια αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν σε μια αλλαγή στην πολιτική και κοινωνική δομή της Ιαπωνίας από το 1866 έως το 1869, μια περίοδο 4 ετών του τέλους της εποχής Έντο (συχνά αποκαλείται και εποχή του σογκουνάτου Τοκουγκάβα) και αρχή της εποχής Μεϊτζί. Ο σχηματισμός της συμμαχίας Σάτσο το 1866 μεταξύ του Σάιγκο Τακαμόρι, ηγέτη της επαρχίας Σατσούμε και του Κίντο Ταγκαγιόσι, ηγέτη της επαρχίας Κχόσου, οριοθετεί την έναρξη της παλινόρθωσης Μεϊτζί. Οι δύο ηγέτες υποστήριξαν τον αυτοκράτορα ενάντια στο σογκουνάτο Τοκουγκάβα (bakufu) και αποκατατέστησαν την αυτοκρατορική δύναμη.

Το σογκουνάτο Τοκουγκάβα τερματίστηκε επίσημα στις 9 Νοεμβρίου 1867 με την παραίτηση του 15ου σόγκουν Τοκουγκάβα Γιοσινόμπου και την «παλινόρθωση» (Taisei Houkan) του αυτοκρατορικού κανόνα. Ο 15χρονος Μουτσουχίτο διαδέχθηκε τον πατέρα του, αυτοκράτορα Κομέι, και τον επόμενο χρόνο έγινε ο αυτοκράτορας Μεϊτζί ή «φωτισμένος κανόνας» και υπέγραψε τον Καταστατικό Όρκο. Σύντομα τον Ιανουάριο του 1868, άρχισε ο πόλεμος Μποσίν (πόλεμος του έτους του δράκου) με τη μάχη του Τόμπα Φουσίμι, στον οποίο ο στρατός της νέας κυβέρνησης, νίκησε τον στρατό του σόγκουν με τη βοήθεια των Τακαμόρι και Τακαγιόσι. Ο πόλεμος τελείωσε στις αρχές του 1869 με την πολιορκία του Χακοντάτε, στο νησί Χοκάιντο. Η στρατιωτική ήττα του σογκούν (με στρατηγό τον Χιτζικάτα Τοσίτζο) σήμανε και το τέλος της παλινόρθωσης Μεϊτζί και κάθε είδους ανυπακοή στον αυτοκράτορα και τον κανόνα του τελείωσε.

Αμέσως μετά την παλινόρθωση  ο Σαίγκο επέστρεψε στη Σατσούμα, αλλά το 1871 στάλθηκε στο Τοκίο ως επικεφαλής της νεοσύστατης αυτοκρατορικής φρουράς. Ωστόσο, ένιωθε ότι δυσκολευόταν να ακολουθήσει τους νέους τρόπους στην πρωτεύουσα. Απεχθανόταν τη νέα μανία για την δυτική μόδα και συνέχιζε να ντύνεται με τις παραδοσιακές ενδυμασίες της περιοχής του.

Ο Σαίγκο ανησυχούσε όλο και περισσότερο για τα νέα πολιτικά μέτρα που εισήγαγε η κυβέρνηση. Το 1871 το σύστημα του han καταργήθηκε και τα φεουδαρχικά εδάφη πέρασαν στην κρατική ιδιοκτησία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι περιφερειακοί διοικητές να λάβουν υπέρογκους μισθούς και νέες κυβερνητικές θέσεις.

Όμως η κατάργηση του συστήματος han είχε σοβαρές συνέπειες για τους σαμουράι και σηματοδότησε το τέλος του τρόπου ζωής τους. Παράλληλα, με τη δημιουργία του αυτοκρατορικού στρατού και την εισαγωγή της υποχρεωτικής στρατολόγησης, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για να υπηρετήσουν τη στρατιωτικούς θητεία οι σαμουράι. Έτσι περιέκοψαν όλους τους μισθούς τους με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να ξεκινήσουν να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Οι σαμουράι άρχισαν να χάνουν το κύρος τους και να αντιμετωπίζονται σαν απλοί πολίτες, όπως οι αγρότες. Μάλιστα ένα διάταγμα του 1871 τους απαγόρευσε να έχουν το topknot chonmage, το χαρακτηριστικό τους κοτσάκι, επειδή έπρεπε να συμμορφωθούν στη νέα δυτική μόδα, ενώ μέχρι το 1876 τους απαγόρευσαν να κυκλοφορούν δημόσια με το σπαθί τους. Αυτά τα μέτρα θεωρήθηκαν απαράδεκτα για όσους αγωνίστηκαν μέχρι την πτώση της shoguate.

Ο Σαίγκο δεν άργησε να καταλάβει ότι ο εκσυγχρονισμός της Ιαπωνίας ήταν αναπόφευκτος και επιθυμητός από την μεγαλύτερη μερίδα του κόσμου, αλλά δεν μπορούσε να προδώσει εκείνους που είχαν αγωνιστεί κάτω από την ηγεσία του. Απελπισμένος όπως ήταν, υποστήριξε τον πόλεμο με την Κορέα το 1873, με την ελπίδα να αναβιώσει το πνεύμα των σαμουράι μέσω της μάχης. Μετά την απόρριψη της πρότασής του, ο Σαίγκο παραιτήθηκε και επέστρεψε στη Σατσούμα, όπου ίδρυσε στρατιωτική ακαδημία.

Η σχολή του Σαίγκο προσέλκυσε πολλούς νέους σαμουράι και μέχρι το 1877 είχε περίπου 20.000 μαθητές. Η δημοτικότητα του σχολείου του πυροδότησε την υποψία της κυβέρνησης ότι ο Σίγκο δεν είχε ένα απλό σχολείο, αλλά ότι προπονούσε έναν στρατό για να ξεκινήσει μια εξέγερση. Όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να κατασχέσει τα όπλα από το οπλοστάσιο της Σατσούμας το 1877, οι σαμουράι πήραν τα όπλα και όντως εξεγέρθηκαν.

Σάιγκο Τακαμόρι

Ο Σαίγκο σχεδίαζε επίθεση στο Τόκιο, αλλά τα στρατεύματά του αποκρούστηκαν  και αποσύρθηκαν στη Σατσούμα, όπου ζήτησαν καταφύγιο στο όρος Σιρογιάμα. Μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου ήταν περιτριγυρισμένοι. Ο Σαίγκο ενημέρωσε τα στρατεύματά του ότι αυτή θα είναι η τελική τους μάχη και τους υποχρέωσε να πεθάνουν γενναία. Στη συνέχεια αποφάσισε να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, φορούσε ένα κίτρινο κιμονό, είχε τη σπάθα στο χέρι και κατέβηκε την πλαγιά του λόφου με τους τελευταίους μαχητές. Εκεί τραυματίστηκε από σφαίρα στον δεξί του μηρό, που ρίχτηκε από το σύγχρονο στρατό, ο οποίος είχε δημιουργηθεί με την βοήθεια του.

Σύμφωνα με την παράδοση, έπεσε στο έδαφος και είπε σε έναν από τους υπόλοιπους μαχητές: “Ακριβώς εδώ πρέπει να το κάνετε. Σας παρακαλώ κάντε μου την τιμή να με αποκεφαλίσετε”. Αν και κάποιοι αμφισβητούν αυτή τη θεωρία, μία αναφορά περιγράφει λεπτομερώς, πως ακριβώς κάθισε κάτω σιγά – σιγά,  κοίταξε προς την κατεύθυνση του αυτοκρατορικού παλατιού, σήκωσε πανηγυρικά το σπαθί του και αποκεφαλίστηκε μόνος (μια τελετουργική πράξη που ονομάζεται seppuku), πριν προλάβουν να το κάνουν οι άλλοι.

Η ήττα ήταν αναπόφευκτη, εξαιτίας της μεγάλης υπεροχής του αυτοκρατορικού στρατού, αλλά η αξιοπρέπεια και το θάρρος του Σαίγκο να αντιμετωπίσει την ιαπωνική διαμάχη ανάμεσα στο καθήκον (giri) και το ανθρώπινο ένστικτο (ninjo), τον έκανε εθνικό ήρωα.