Τα Παράδοξα των καιρών

Ιστότοπος Εναλλακτικής Ενημέρωσης

Η θρυλική απόδραση από το Αλκατράζ

Αλκατράζ

Ήταν Πρωτοχρονιά του 1934 όταν εγκαινιάστηκαν οι φυλακές στο νησί Αλκατράζ των ΗΠΑ. Η λέξη «Αλκατράζ» προέρχεται από την ισπανική λέξη για το θαλασσοπούλι. Έτσι ονόμασε ο ισπανός εξερευνητής Χουάν Μανουέλ ντ’ Αγιάλα τη μία από τις τρεις βραχονησίδες που βρίσκονται στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, όταν κατέπλευσε στην περιοχή και τη χαρτογράφησε.

Λόγω της στρατηγικής του σημασίας, το 1850 ο αμερικανικός στρατός μετέτρεψε το νησάκι σε οχυρό, για την προστασία του λιμανιού. Προς τα τέλη της δεκαετίας, το φρούριο άρχισε να δέχεται και στρατιωτικούς κρατουμένους, οι οποίοι από το 1909 έως το 1911 αξιοποιήθηκαν για την ανέγερση μιας νέας στρατιωτικής φυλακής, που επρόκειτο να μείνει στην ιστορία ως «Ο Βράχος».

Για περισσότερα από 80 χρόνια χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Στις 12 Οκτωβρίου του 1933 πέρασε στη δικαιοδοσία του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και την επόμενη χρονιά μετατράπηκε σε ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας. Τα εγκαίνια έγιναν την πρωτοχρονιά του 1934 και οι πρώτοι κατάδικοι έφτασαν στις 11 Αυγούστου 1934 και μέχρι το 1963 συνολικά 36 κρατούμενοι είχαν προσπαθήσει να αποδράσουν, χωρίς ωστόσο η προσπάθειά τους να έχει… καλό τέλος (23 συνελήφθησαν, έξι πέθαναν από πυρά των φρουρών και τρεις πνίγηκαν στον παγωμένο Ειρηνικό).

Απόδραση από το Αλκατράζ

Την νύχτα της 11ης Ιουνίου του 1962, ο Μόρις, ο Κλάρενς και ο Τζον Άνγκλιν τρύπωσαν σε έναν αφύλακτο διάδρομο 90 εκατοστών όπου κατάφεραν να μπουν λαξεύοντας υπομονετικά –για πολλούς μήνες- το κατεστραμμένο σκυρόδεμα γύρω από έναν αεραγωγό που τον συνέδεε με τα κελιά τους, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια εργαλεία (όπως ένα συνηθισμένο μεταλλικό κουτάλι και ένα μαχαίρι για το βούτυρο).

Τον θόρυβο που έκαναν τα μικροσκοπικά εργαλεία τους τον σκέπαζε ο ήχος ενός ακορντεόν που έπαιζε τις ώρες της μουσικής. Από τον στενό διάδρομο του εξαερισμού έφτασαν σε μια από τις καμινάδες της φυλακής, σκαρφάλωσαν πέρασαν τον τοίχο και διέφυγαν με πλαστικές λέμβους που είχαν κατασκευάσει οι ίδιοι από υλικά τα οποία είχαν βρει εντός της φυλακής (κυρίως από 50 κλεμμένα αδιάβροχα).

Για να μη γίνουν αντιληπτοί από τους φρουρούς που επιθεωρούσαν τα κελιά τη νύχτα, είχαν κατασκευάσει ομοιώματα των προσώπων τους με ένα μείγμα σαπουνιού, χαρτιού υγείας και πραγματικές τρίχες!

Την επόμενη μέρα, στις 7.15 π.μ., στον έλεγχο ρουτίνας, οι δεσμοφύλακες αντιλήφθηκαν την απουσία των τριών κρατουμένων και ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό από ξηρά, θάλασσα και αέρα για τον εντοπισμό τους.

Στις έρευνες του FBI βοήθησε ο κρατούμενος Άλεν Γουέστ ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας των δραπετών. Επειδή το δικό του κομμάτι τοίχου που κάλυπτε την τρύπα της διαφυγής δεν στεκόταν στη θέση του (ώστε να μην γίνει αντιληπτό το κενό από τους φύλακες), με αποτέλεσμα μέχρι να φτάσει στην ακτή οι άλλοι τρεις να έχουν ήδη διαφύγει αφήνοντάς τον πίσω.

Κομμάτια αδιάβροχων και τα αυτοσχέδια κουπιά από το κόντρα πλακέ εντοπίστηκαν στο κοντινό Nησί του Αγγέλου και τυπικά ο φάκελος έκλεισε με την γνωμάτευση του FBI ότι οι δραπέτες πνίγηκαν στα παγωμένα νερά του κόλπου.

Μισό αιώνα μετά από εκείνη τη νύχτα, όμως, ένας απόστρατος αστυνομικός τους ψάχνει ακόμα, σύμφωνα με την The San Francisco Chronicle, και είναι αποφασισμένος να λύσει ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ιστορία του FBI.